Μετάφραση του "acetosa" σε Ελληνικά

Οι λάπαθο, ξινήθρα, ξινολάπαθο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acetosa" σε Ελληνικά.

acetosa noun adjective feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάπαθο

    noun neuter
  • ξινήθρα

  • ξινολάπαθο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οξαλίδα
    • λάπατο
    • ξινολάπατο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acetosa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "acetosa"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acetosa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη