Μετάφραση του "acido" σε Ελληνικά
Οι οξύ, ξινός, όξινος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acido" σε Ελληνικά.
acido
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
οξύ
noun neuterχημικών ουσιών που εμφανίζει ένα σύνολο κοινών ιδιοτήτων, γνωστών ως «όξινος χαρακτήρας» ή «όξινη αντίδραση».
Il campione è trattato a caldo con acido cloridrico.
Γίνεται επεξεργασία του δείγματος με υδροχλωρικό οξύ υπό θέρμανση.
-
ξινός
adjective masculineNon fare il lupo acido.
Μην είσαι ξινός λύκος.
-
όξινος
adjective masculinee) altri, in particolare siero di latte acido, se la sua individuazione è richiesta dalle autorità nazionali.
ε) άλλα, και ιδίως όξινος ορός γάλακτος, του οποίου η ανίχνευση απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- οξύς
- οξέα
- ξυνός
- καυστικός
- δριμύς
- ΛΣΔ-25
- διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acido " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "acido" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αζελαϊκό οξύ
-
κηκιδικό οξύ
-
βαλπροϊκό οξύ
-
Μεθανικό οξύ
-
Εξανικό οξύ
-
Φυλλικό οξύ
-
Υδροξυαιθανικό οξύ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη