Μετάφραση του "acronimo" σε Ελληνικά
Οι ακρωνύμιο, ἄκρος, αρκτικόλεξο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acronimo" σε Ελληνικά.
acronimo
noun
masculine
γραμματική
-
ακρωνύμιο
noun neuterE ' un acronimo insegnato agli studenti in medicina per insegnargli come localizzare l' arteria femorale
Ένα ακρωνύμιο που διδάσκει στους φοιτητές της ιατρικής πώς να εντοπίζουν τη μηριαία αρτηρία
-
ἄκρος
-
αρκτικόλεξο
noun neuterNome, acronimo ed estremi delle persone da contattare dell’organismo di valutazione della conformità
Όνομα, αρκτικόλεξο και λεπτομερή στοιχεία του φορέα διαπίστωσης της συμμόρφωσης
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακρώνυμο
- Αρκτικόλεξο
- συντομογραφία
- συντόμευση
- σύντμηση
- βραχυγραφία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acronimo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη