Μετάφραση του "additivo" σε Ελληνικά
Το πρόσθετο είναι η μετάφραση του "additivo" σε Ελληνικά.
additivo
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
πρόσθετο
Per quanto riguarda gli additivi, la legislazione relativa agli additivi alimentari è già stata armonizzata a livello europeo.
Όσον αφορά τα πρόσθετα τροφίμων, η σχετική νομοθεσία έχει ήδη εναρμονιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " additivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "additivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βελτιωτικό υφής
-
Αυξητική στήθους
-
πρόσθετα τροφίμων · πρόσθετο τροφίμων (στα τρόφιμα)
-
πρόσθετο καυσίμου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη