Μετάφραση του "addolorare" σε Ελληνικά

Οι βασανίζω, πληγώνω, λυπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "addolorare" σε Ελληνικά.

addolorare verb γραμματική

Causare dolore a qualcuno.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βασανίζω

    verb

    Nel 1976 il fratello Knorr si ammalò di cancro, e tutti ne fummo molto addolorati.

    Ήταν πολύ θλιβερό να βλέπω τον αδελφό Νορ να βασανίζεται από τον καρκίνο το 1976.

  • πληγώνω

    verb

    E mi addolora molto ferirlo, ma non vedo alternative.

    Και με πονάει πολύ που τον πληγώνω, αλλά... δεν βλέπω άλλον τρόπο.

  • λυπώ

    verb
  • πονώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " addolorare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "addolorare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη