Μετάφραση του "adeguatezza" σε Ελληνικά

Οι επάρκεια, εντιμότητα, τιμιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adeguatezza" σε Ελληνικά.

adeguatezza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάρκεια

    noun

    Esistenza e adeguatezza delle prescrizioni relative all’installazione possono essere controllate durante il processo di omologazione del sistema motore.

    Η ύπαρξη και η επάρκεια αυτών των απαιτήσεων εγκατάστασης μπορούν να ελεγχθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έγκρισης του συστήματος του κινητήρα.

  • εντιμότητα

    noun feminine
  • τιμιότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adeguatezza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adeguatezza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη