Μετάφραση του "adito" σε Ελληνικά

Το είσοδος είναι η μετάφραση του "adito" σε Ελληνικά.

adito verb noun masculine γραμματική

Parte del tempio riservata ai sacerdoti, posto dietro la cella.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • είσοδος

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη