Μετάφραση του "adorare" σε Ελληνικά

Οι λατρεύω, λατρεία, θαυμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adorare" σε Ελληνικά.

adorare verb γραμματική

Mostrare devoione a (una divinità). [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λατρεύω

    verb

    Oppure ti sei dimenticato che ho una moglie molto ricca che adora viziarmi.

    Ή ξέχασες ότι έχω μια πολύ πλούσια γυναίκα που λατρεύει να με κακομαθαίνει.

  • λατρεία

    noun feminine

    Pensano a lui come al figlio di Dio, qualcosa da adorare.

    Τον σκέφτονται σαν τον υιό του Θεού, κάτι άξιο λατρείας.

  • θαυμάζω

    verb

    Non farti adorare da Bud in quanto assassino

    Mηv αφήvεις τov Mπαvτ vα σε θαυμάζει επειδή είσαι φovιάς

  • αποθεώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adorare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adorare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λατρεμένος · πολύτιμος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adorare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη