Μετάφραση του "aereo" σε Ελληνικά

Οι αεροπλάνο, αεροσκάφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aereo" σε Ελληνικά.

aereo adjective noun verb masculine γραμματική

Di, nel o dall'aria. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεροπλάνο

    noun neuter

    πτητική συσκευή [..]

    Io voglio viaggiare in aereo.

    Θέλω να ταξιδέψω με αεροπλάνο.

  • αεροσκάφος

    noun neuter

    C'è un aereo abbattuto nel bosco, e truppe di ronda.

    Ένα αεροσκάφος έπεσε σ'αυτό το δάσος κι οι στρατιώτες έχουν ενεργά πυρομαχικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aereo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aereo"

Φράσεις παρόμοιες με "aereo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aereo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη