Μετάφραση του "affermare" σε Ελληνικά
Οι βεβαιώνω, κατάσταση, λέγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affermare" σε Ελληνικά.
affermare
verb
γραμματική
Comunicare oralmente, utilizzando una determinata lingua. [..]
-
βεβαιώνω
verbAffermare in modo definitivo e categorico.
-
κατάσταση
noun femininePeraltro, tale circostanza, come correttamente affermato dalla Commissione, costituisce la conseguenza logica di un’armonizzazione minima.
Πέραν τούτου, η ως άνω κατάσταση αποτελεί λογική συνέπεια της ελάχιστης εναρμονίσεως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή.
-
λέγω
verbIn questa fase, tuttavia, non è possibile affermare con precisione quando ciò avverrà.
Σε αυτό το στάδιο, ωστόσο, είναι αδύνατον να πω ακριβώς πότε θα γίνει αυτό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ισχυρίζομαι
- επιβεβαιώνω
- διαβεβαιώνω
- διατρανώνω
- διακηρύττω
- επιβεβαιώνω - παραδέχομαι
- καταξιώνομαι - βγάζω όνομα
- λέω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " affermare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη