Μετάφραση του "aggiustamento" σε Ελληνικά
Οι προσαρμογή, ρύθμιση, καρίκωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggiustamento" σε Ελληνικά.
aggiustamento
noun
masculine
γραμματική
-
προσαρμογή
noun feminineAssicurare quindi un adeguato sforzo di aggiustamento strutturale nell'obiettivo di medio termine.
Στη συνέχεια να εξασφαλίσει μια επαρκή δομική προσαρμογή προς επίτευξη του μεσοπροθέσμου στόχου.
-
ρύθμιση
noun femininePazienti con disfunzione renale: non viene richiesto alcun aggiustamento del dosaggio nei pazienti con disfunzione renale
Aσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
-
καρίκωμα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιδιόρθωση
- εργασία αποκατάστασης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aggiustamento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aggiustamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόγαραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής
-
νομισματική προσαρμογή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη