Μετάφραση του "agire" σε Ελληνικά

Οι ενεργώ, δρω, πράξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "agire" σε Ελληνικά.

agire verb γραμματική

Fare qualcosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργώ

    verb

    I servizi occasionali possono essere offerti da un gruppo di trasportatori che agiscono per conto del medesimo committente.

    Τις έκτακτες γραμμές μπορεί να εκμεταλλεύεται ομάδα μεταφορέων που ενεργούν για λογαριασμό του ιδίου εντολέα.

  • δρω

    verb

    La rabbia non cambia il fatto che tuo padre non ha agito.

    Η οργή δεν αλλάζει το ότι ο πατέρας σου δεν έδρασε.

  • πράξη

    noun feminine

    Nel primo caso lo Stato agisce in maniera conforme al Trattato finché non emana l'atto giuridico.

    Στην πρώτη περίπτωση, το κράτος μέλος ενεργεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον δεν εκδίδει τη νομική πράξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράττω
    • παίζω
    • κτίζω
    • δημιουργώ
    • συμπεριφέρομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " agire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "agire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παράγοντας διαχείρισης
  • λευκαντική ουσία
  • αποσκληρυντικό (μαλακτικό) μέσο
  • υπάλληλοι ΕΚ
  • αντιπρόσωπος · αστυνομικός · αστυφύλακας · διαμεσολαβητής · εκπρόσωπος · εμπορικός αντιπρόσωπος · παράγοντας · πράκτορας · πράκτορας υπηρεσιών πληροφοριών · το πράκτορας · όργανο
  • ο εκπρόσωπος ενός πλοιοκτήτη
  • παράγοντας φίλτρου συνδέσεων
  • παράγοντας απογραφής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "agire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη