Μετάφραση του "ago" σε Ελληνικά

Οι βελόνα, καρφίτσα, πευκοβελόνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ago" σε Ελληνικά.

ago noun masculine γραμματική

Strumento sottile e affilato, usato nel cucito, nella maglia e nell'agopuntura.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βελόνα

    noun feminine

    Se credi che abbia ragione io, ordinami di infilarle un ago nel cervello.

    Αν πιστεύεις ότι έχω δίκιο εγώ, πες μου να της καρφώσω μια βελόνα στον εγκέφαλο.

  • καρφίτσα

    noun feminine

    Non vorrai mica pugnalarla al petto per sbaglio con un ago.

    Δεν θες να την καρφώσεις κατά λάθος στο στήθος με καρφίτσα.

  • πευκοβελόνα

    noun feminine

    Jane ha trovato un ago di pino nella scarpa di Marx.

    Ο Τζέιν εντόπισε μια πευκοβελόνα, στο παπούτσι του Μαρξ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακίδα
    • βέλόνα
    • δείκτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ago " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ago"

Φράσεις παρόμοιες με "ago" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ago" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη