Μετάφραση του "alcoli" σε Ελληνικά
Οι αλκοόλη, οινόπνευμα, Αλκοόλες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alcoli" σε Ελληνικά.
-
αλκοόλη
noun feminineQuantitativo totale di sostanze volatili, diverse dagli alcoli etilico e metilico
Ολική ποσότητα πτητικών ουσιών άλλων από την αιθυλική και τη μεθυλική αλκοόλη
-
οινόπνευμα
noun neuter -
Αλκοόλες
composti organici contenenti il gruppo funzionale -OH
Alcoli, fenoli, fenoli-alcoli e loro derivati alogenati, solfonati, nitrati o nitrosi; alcoli grassi industriali
Αλκοόλες, φαινόλες, φαινολοαλκοόλες και τα αλογονωμένα, σουλφονωμένα, νιτρωμένα ή νιτριδωμένα παράγωγά τους 7 βιομηχανικές λιπαρές αλκοόλες
-
αλκοόλες
nounInfine, gli alcoli alifatici presenti nell’olio prodotto registrano valori estremamente bassi.
Τέλος, οι αλειφατικές αλκοόλες βρίσκονται σε πολύ χαμηλά ποσοστά στο παραγόμενο λάδι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alcoli " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate