Μετάφραση του "allegato" σε Ελληνικά

Οι επισύναψη, συνημμένο, συνημμένo είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "allegato" σε Ελληνικά.

allegato adjective noun verb masculine γραμματική

Documento complementare ad un altro.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επισύναψη

    noun feminine

    Alcuni paesi terzi potrebbero richiedere che siano allegati gli originali.

    Ορισμένες τρίτες χώρες μπορούν να απαιτούν επισύναψη των πρωτοτύπων.

  • συνημμένο

    Un elenco di studi proposti è contenuto nel documento di lavoro dei servizi della Commissione allegato.

    Κατάλογος των προτεινόμενων μελετών περιλαμβάνεται στο συνημμένο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής.

  • συνημμένo

    I negoziati hanno portato al progetto di accordo qui accluso e al relativo allegato sulla disciplina della proprietà intellettuale, siglati il 21 marzo 2001.

    Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στo συνημμένo σχέδιo συμφωνίας και το παράρτημα αυτής περί πνευματικής ιδιoκτησίας, το οποίο μονογραφήθηκε στις 21 Μαρτίου 2001.

  • αφοσίωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " allegato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Allegato
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνημμένο

    Alla lettera è allegato un curriculum vitae di dieci pagine.

    Συνημμένο στο έγγραφο αυτό είναι ένα βιογραφικό σημείωμα δέκα σελίδων.

Φράσεις παρόμοιες με "allegato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "allegato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη