Μετάφραση του "ampere" σε Ελληνικά

Οι αμπέρ, Αμπέρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ampere" σε Ελληνικά.

ampere noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμπέρ

    noun neuter

    Qualche altro ampere e addio alla super forza.

    Λίγα αμπέρ ακόμα και δεν έχετε ενισχυμένη δύναμη.

  • Αμπέρ

    unità di misura della corrente elettrica

    Questo generatore produce più di 3000 ampere.

    Αυτή η γεννήτρια παράγει πάνω από 3.000 Αμπέρ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ampere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ampere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη