Μετάφραση του "ancoraggio" σε Ελληνικά
Οι αγκυροβόλιο, αγκύρωση, άγκυρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ancoraggio" σε Ελληνικά.
Luogo sicuro o usato per l'ancoraggio di imbarcazioni.
-
αγκυροβόλιο
nounoperazioni previste nel porto o ancoraggio di destinazione (carico, scarico, altro
προβλεπόμενες εργασίες στον λιμένα ή το αγκυροβόλιο προορισμού (φόρτωση, εκφόρτωση, άλλες
-
αγκύρωση
Per i posti laterali posteriori occorre prevedere due ancoraggi inferiori ed uno superiore.
Για τις οπίσθιες εξωτερικές θέσεις, πρέπει να προβλέπονται δύο κάτω αγκυρώσεις και μία άνω αγκύρωση.
-
άγκυρα
noun feminineSolo un ancoraggio in muratura.
Το σπίτι είναι μια άγκυρα από τούβλα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σημείο αγκύρωσης
- αραξοβόλι
- άραγμα
- αγκυροβόλημα
- αγκυρώνω
- ελλιμενισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ancoraggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αγκυροβόλιο
operazioni previste nel porto o ancoraggio di destinazione (carico, scarico, altro
προβλεπόμενες εργασίες στον λιμένα ή το αγκυροβόλιο προορισμού (φόρτωση, εκφόρτωση, άλλες
Φράσεις παρόμοιες με "ancoraggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παράθυρο αγκύρωσης
-
σημείο αγκύρωσης
-
προσθήκη αγκύρωσης