Μετάφραση του "androgino" σε Ελληνικά
Οι ανδρόγυνο, ανδρόγυνος, αρσενικοθήλυκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "androgino" σε Ελληνικά.
androgino
adjective
noun
masculine
γραμματική
Che ha un'identità sessuale ambigua.
-
ανδρόγυνο
Noun -
ανδρόγυνος
adjective masculine -
αρσενικοθήλυκος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " androgino " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Androgino
-
Ανδρόγυνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη