Μετάφραση του "animale" σε Ελληνικά
Οι ζώο, κτήνος, θηρίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "animale" σε Ελληνικά.
Qualsiasi organismo vivente caratterizzato da un movimento volontario, che possiede cellule con pareti non di cellulosa ed organi di senso specializzati che abilitano risposte veloci agli stimoli, e capace di ingerire complesse sostanze organiche provenienti da altri esseri viventi.
-
ζώο
noun neuterένα από τα τέσσερα βασίλεια των ευκαρυωτικών ζωντανών οργανισμών [..]
Negli zoo di Marte ci sono animali della Terra.
Στους ζωολογικούς κήπους στον Άρη υπάρχουν ζώα από τη Γη.
-
κτήνος
noun neuter(zṓo)
Era disposta a sposare un animale pur di avere una buona libreria.
Θα παντρευόταν ένα κτήνος, για να έχει μια καλή βιβλιοθήκη.
-
θηρίο
noun neuter(zṓo)
Sembravi più un animale selvaggio che un uomo.
Πιο πολύ έμοιαζες μ άγριο θηρίο, παρά μ άνθρωπο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άγριος
- ζωώδης
- ζώα
- κτηνώδης
- θηριώδης
- αγροίκος
- τραμπούκος
- μάγκας
- κακοποιός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " animale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "animale"
Φράσεις παρόμοιες με "animale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζωικός πληθυσμός
-
ζωοβιολογία
-
ζώο αναπαραγωγής
-
Φιλοζωία · καλή μεταχείριση των ζώων
-
θερμόαιμο ζώο
-
συμπεριφορά των ζώων
-
ζωάκι