Μετάφραση του "antiaritmico" σε Ελληνικά

Το αντιαρρυθμικά είναι η μετάφραση του "antiaritmico" σε Ελληνικά.

antiaritmico adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιαρρυθμικά

    farmaci utilizzati in cardiologia per prevenire o per correggere le anomalie del ritmo cardiaco (aritmie

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antiaritmico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antiaritmico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη