Μετάφραση του "anticipato" σε Ελληνικά
Οι πρόωρος, πρώιμος, προκαταβολικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anticipato" σε Ελληνικά.
anticipato
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
πρόωρος
adjective masculinePer questo motivo un ampio numero di distillerie industriali ha optato per il ritiro anticipato dal monopolio.
Για το λόγο αυτό μεγάλο μέρος των βιομηχανικών παραγωγών επέλεξε να αποχωρήσει πρόωρα από το μονοπώλιο.
-
πρώιμος
adjective masculineTu hai lavorato solo per dieci anni e poi hai chiesto il pensionamento anticipato per disabilità, giusto?
Δούλευες για δέκα χρόνια και συνταξιοδο - τήθηκες πρώιμα, ισχυριζόμενος αναπηρία.
-
προκαταβολικός
-
προβλεφθείς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " anticipato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "anticipato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρώιμος
-
δηλώνω · κοινοποιώ · προηγούμαι · φανερώνω
-
πρόωρη συνταξιοδότηση
-
ποσοστό προπληρωμής
-
τιμολόγιο προπληρωμής
-
πρόωρες εκλογές
-
προπληρωμή
-
αφαιρεθέν ποσό προπληρωμής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη