Μετάφραση του "antidolorifico" σε Ελληνικά

Οι παυσίπονο, αναλγητικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "antidolorifico" σε Ελληνικά.

antidolorifico adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παυσίπονο

    noun neuter

    Tom ha preso un antidolorifico.

    Ο Τομ πήρε ένα παυσίπονο.

  • αναλγητικό

    noun neuter

    Adesso ti sparo una puntura antidolorifica e ti passa tutto.

    Τώρα θα σου κάνω μια ένεση με αναλγητικό και θα σου περάσουν τα πάντα!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antidolorifico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antidolorifico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη