Μετάφραση του "anulare" σε Ελληνικά
Οι παράμεσος, δακτυλιοειδής, δάχτυλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anulare" σε Ελληνικά.
anulare
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
παράμεσος
noun masculinedito della mano dell'uomo
Pollice, indice, medio, anulare, mignolo.
Αντίχειρας, δείκτης, μεσαίο δάχτυλο, αριστερός παράμεσος, μικρό δάχτυλο.
-
δακτυλιοειδής
Sembra che la maggior parte dei poteri documentati si siano manifestati durante l'ultima eclissi anulare.
Φαίνεται πως οι περισσότερες δυνάμεις που είναι τεκμηριωμένες διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας δακτυλιοειδής έκλειψης.
-
δάχτυλο
nounHo sentito che un proiettile le ha reciso di netto l' anulare
Μια σφαίρα της, του έκοψε το μεσαίο δάχτυλο
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δακτυλιώτης
- δαχτυλιδάς
- αριστερός παράμεσος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " anulare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "anulare"
Φράσεις παρόμοιες με "anulare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παράμεσος
-
Σωσίβιο
-
δακτύλιος
-
δακτυλιοειδής έκλειψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη