Μετάφραση του "appendere" σε Ελληνικά

Οι κρεμώ, κρεμάω, αναρτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appendere" σε Ελληνικά.

appendere verb γραμματική

Essere o rimanere sospeso. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεμώ

    verb

    Abbiamo trovato questa chiave appesa al collo e questo pezzo di carta in una tasca.

    Βρήκαμε κρεμασμένο στο λαιμό του, αυτό το κλειδί, και στην τσέπη του αυτό το σημείωμα.

  • κρεμάω

    verb

    Ogni Hogswatch ho sempre appeso la mia calza, regolarmente.

    Συνήθιζα να κρεμάω την κάλτσα μου τακτικά, σε κάθε Hogswatch.

  • αναρτώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appendere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "appendere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appendere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη