Μετάφραση του "appetito" σε Ελληνικά
Το όρεξη είναι η μετάφραση του "appetito" σε Ελληνικά.
appetito
verb
noun
masculine
γραμματική
Desiderio di cibo.
-
όρεξη
noun feminineSi', una passeggiata prima di colazione mi dona sempre un robusto appetito.
Ναι, μια βόλτα πριν το πρωινό μου δίνει πάντα μια υγιή όρεξη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " appetito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "appetito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καλή όρεξη · καλι ορεξι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη