Μετάφραση του "applicare" σε Ελληνικά

Οι χρησιμοποιώ, εφαρμογή, εφαρμόζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "applicare" σε Ελληνικά.

applicare verb γραμματική

Utilizzare una cosa nel caso in cui convenga farne uso. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρησιμοποιώ

    verb

    Se le due valutazioni più favorevoli sono diverse, si applica la meno favorevole delle due.

    Εάν οι δύο ευνοϊκότερες αξιολογήσεις είναι διαφορετικές, χρησιμοποιείται η λιγότερο ευνοϊκή από τις δύο.

  • εφαρμογή

    noun feminine

    Pertanto, esso si applica dinanzi ai giudici dell’Unione.

    Ως εκ τούτου, έχει εφαρμογή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.

  • εφαρμόζω

    verb

    La compagnia aerea si è rifiutata di applicare il dispositivo regolamentare comunitario in oggetto.

    Η αεροπορική εταιρία αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις του προαναφερθέντος κοινοτικού κανονισμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αξιοποιώ
    • βάζω - επαλοίφω
    • επιθέτω - επικολλώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " applicare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "applicare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "applicare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη