Μετάφραση του "apprendere" σε Ελληνικά

Οι μαθαίνω, ακούω, πληροφορούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apprendere" σε Ελληνικά.

apprendere verb γραμματική

Acquisire, o tentare di acquisire della conoscenza o una abilità nel fare qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαθαίνω

    verb

    Acquisire, o tentare di acquisire della conoscenza o una abilità nel fare qualcosa.

    Purtroppo, non apprenderemo nulla di questo dalla relazione dell'onorevole Cappato.

    Όλα αυτά, δυστυχώς, δεν θα τα μάθουμε από την έκθεση του κ. Cappato.

  • ακούω

    verb

    Ho appreso quello che è successo dal giornale.

    Γειά, άκουσα ό, τι συνέβη στο απέναντι σπίτι.

  • πληροφορούμαι

    verb

    Ho appreso che su tali questioni è pronto il parere del Parlamento.

    Πληροφορούμαι ότι τώρα υπάρχει μια γνωμοδότηση από το Κοινοβούλιο πάνω στα εν λόγω θέματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανακαλύπτω
    • ενημερώνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apprendere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apprendere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη