Μετάφραση του "aprire" σε Ελληνικά
Οι ανοίγω, ανοικτός, αρχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aprire" σε Ελληνικά.
aprire
verb
γραμματική
Estendere o aprire da uno stato chiuso o piegato.
-
ανοίγω
verbHo chiesto a Tom di aprire la finestra.
Ζήτησα από τον Τομ να ανοίξει το παράθυρο.
-
ανοικτός
adjectiveLa gara permanente rimane aperta sino ad una data da determinare ulteriormente.
Ο διαρκής διαγωνισμός παραμένει ανοικτός μέχρι μια ημερομηνία που θα καθοριστεί αργότερα.
-
αρχίζω
verbHo un analista junior che ha aperto un fascicolo.
Έχω ένα νέο αναλυτή που έχει αρχίσει την έρευνα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξεκλειδώνω
- απλώνω
- λύνω
- βάζω
- ηγούμαι
- ξεδιπλώνω
- τεντώνω
- κηρύσσω έναρξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aprire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aprire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανοικτό σχήμα
-
ανοιχτοί εκπαιδευτικοί πόροι
-
αριστερή αγκύλη
-
Ανοιχτά πρότυπα
-
Άνοιγμα ληφθέντων αρχείων
-
ανοικτή μέθοδος συντονισμού
-
επιφανειακή εξόρυξη
-
στο ύπαιθρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη