Μετάφραση του "arcaico" σε Ελληνικά

Οι αρχαϊκός, αρχαϊκή, αρχαϊκό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arcaico" σε Ελληνικά.

arcaico adjective masculine γραμματική

Di epoca molto antica.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχαϊκός

    adjective

    Per me il matrimonio è un'istituzione arcaica e oppressiva che andava già abolita da qualche secolo.

    Για μένα ο γάμος είναι ένας αρχαϊκός και καταπιεστικός θεσμός που θα'πρεπε να έχει καταργηθεί χρόνια πριν.

  • αρχαϊκή

    La struttura economica portoghese non è più così arcaica come risulta dalla sua relazione.

    Η πορτογαλική οικονομική διάρθρωση δεν είναι τόσο αρχαϊκή όπως παρουσιάζεται στην έκθεσή του.

  • αρχαϊκό

    Un sistema binario sembra arcaico per un'attrazione cosi'impressionante.

    Ένα υδραυλικό σύστημα φαίνεται αρχαϊκό για ένα τόσο εντυπωσιακό αξιοθέατο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχαΐζων
    • αρχαΐζουσα
    • αρχαΐζον
    • αρχαίος
    • απαρχαιωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arcaico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "arcaico"

Φράσεις παρόμοιες με "arcaico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απαρχαιωμένος · αρχαΐζον · αρχαΐζουσα · αρχαΐζων · αρχαϊκή · αρχαϊκό · αρχαϊκός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arcaico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη