Μετάφραση του "archetto" σε Ελληνικά

Το δοξάρι είναι η μετάφραση του "archetto" σε Ελληνικά.

archetto noun masculine γραμματική

Struttura archinettonica curva poggiante su pilastri, colonne o stipiti.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοξάρι

    noun neuter

    Ho sentito che gli hanno tagliato la gola e provato a suonarla con un archetto.

    Έμαθα ότι κάποιος έκοψε τον λαιμό του και προσπάθησε να παίξει με δοξάρι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " archetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "archetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη