Μετάφραση του "artefatto" σε Ελληνικά

Οι τεχνούργημα, τέχνημα, τέχνεργο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "artefatto" σε Ελληνικά.

artefatto adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεχνούργημα

    noun neuter

    Riproduzione e digitalizzazione di artefatti a fini di studio e insegnamento.

    Αναπαραγωγή και ψηφιοποίηση τεχνουργημάτων για μελέτη ή διδακτικούς σκοπούς.

  • τέχνημα

    noun neuter

    a costruire artefatti biologici, come persone, balene e alberi.

    πώς να δημιουργήσουμε βιολογικά τεχνήματα, όπως οι άνθρωποι και οι φάλαινες και τα δέντρα.

  • τέχνεργο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τεχνητό φυσικό αντικείμενο
    • χειροποίητο αντικείμενο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " artefatto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "artefatto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη