Μετάφραση του "articolati" σε Ελληνικά
Το αρθρωτά είναι η μετάφραση του "articolati" σε Ελληνικά.
articolati
verb
masculine
γραμματική
-
αρθρωτά
Misure lineari articolate in metallo o altro materiale .
Μέτρα μήκους αρθρωτά από μέταλλο ή από άλλο υλικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " articolati " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "articolati" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρθρο · αντικείμενο · είδηση · είδος · εμπόρευμα · καταχώριση · κομμάτι · νέο · προϊόν · στοιχείο · τμήμα
-
αξεσουάρ λαιμού
-
ημερομηνία λήξης είδους
-
αλλάζω θέση · προφέρω
-
λήξη είδους
-
αόριστο άρθρο
-
είδη διακόσμησης
-
Συνθήκη του Λονδίνου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη