Μετάφραση του "ascesso" σε Ελληνικά
Οι απόστημα, δοθιήνας, καλόγερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ascesso" σε Ελληνικά.
ascesso
noun
masculine
γραμματική
-
απόστημα
noun neuterπεριχαρακωμένη συλλογή φλεγμονώδους υγρού (πύου) σε οποιοδήποτε ιστό ή όργανο ενός ζώου
La gonorrea e'entrata nel cuore, si e'trasformata in un ascesso.
Αν ο γονόκοκκος μεταφέρθηκε στην καρδιά, θα δημιούργησε ένα απόστημα.
-
δοθιήνας
noun masculine -
καλόγερος
noun masculine -
σπυρί
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ascesso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη