Μετάφραση του "assediare" σε Ελληνικά
Το πολιορκώ είναι η μετάφραση του "assediare" σε Ελληνικά.
assediare
verb
γραμματική
Assediare o circondare con le forze armate, al fine di costringere alla resa.
-
πολιορκώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assediare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "assediare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολιορκία του Λένινγκραντ
-
έδρα · καρέκλα · πολιορκία
-
Άλωση της Κωνσταντινούπολης
-
έδρα · καρέκλα · πολιορκία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη