Μετάφραση του "asserire" σε Ελληνικά
Οι βεβαιώνω, ισχυρίζομαι, αναφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asserire" σε Ελληνικά.
asserire
verb
γραμματική
Affermare in modo definitivo e categorico. [..]
-
βεβαιώνω
verbAffermare in modo definitivo e categorico.
-
ισχυρίζομαι
verbTuttavia, esse asseriscono che si trattava per lo più di manifestazioni spontanee delle forze del mercato.
Για το μεγαλύτερο μέρος, όμως, ισχυρίζονται ότι οι πρωτοβουλίες αυτές αποτελούσαν την εκδήλωση αυθόρμητων ανταγωνιστικών δυνάμεων.
-
αναφέρω
verbVi si asserisce, infine, che occorre aggiornare l’elenco aggiungendovi taluni paesi terzi ivi indicati.
Τέλος, αναφέρει ότι πρέπει να επικαιροποιηθεί ο κατάλογος με την προσθήκη ορισμένων τρίτων χωρών τις οποίες απαριθμεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιβεβαιώνω
- διατρανώνω
- διακηρύττω
- προφασίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asserire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη