Μετάφραση του "assistere" σε Ελληνικά

Οι βοηθώ, βλέπω, συντρέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assistere" σε Ελληνικά.

assistere verb γραμματική

Dare assistenza o aiuto a.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθώ

    verb

    Dare assistenza o aiuto a.

    Tom aveva tre assistenti.

    Ο Τομ είχε τρεις βοηθούς.

  • βλέπω

    verb

    Credo che dovrebbero darci una medaglia per aver assistito a quel film stasera.

    Έπρεπε να μας δώσουν μετάλλιο που είδαμε αυτήν την ταινία απόψε.

  • συντρέχω

    verb

    Dare assistenza o aiuto a.

    Ne consegue che le questioni vertenti sul diritto dell’Unione sono assistite da una presunzione di rilevanza.

    Ως εκ τούτου, υπέρ των ερωτημάτων που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βοηθάω
    • νοσοκόμα
    • κουράρω
    • περιθάλπω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assistere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "assistere"

Φράσεις παρόμοιες με "assistere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assistere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη