Μετάφραση του "asterisco" σε Ελληνικά

Οι αστερίσκος, αστεράκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asterisco" σε Ελληνικά.

asterisco noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστερίσκος

    noun masculine neuter

    In ogni caso le sezioni sono separate da un asterisco.

    Σε όλες τις περιπτώσεις, για το διαχωρισμό των μερών χρησιμοποιείται αστερίσκος.

  • αστεράκι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asterisco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asterisco"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asterisco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη