Μετάφραση του "astuto" σε Ελληνικά

Οι πανούργος, έξυπνος, επιτήδειος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "astuto" σε Ελληνικά.

astuto adjective masculine γραμματική

Caratterizzato dalla sua abilità nell'ingannare. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πανούργος

    adjective masculine

    Intelligente, furbo e capace di trarre vantaggio da una situazione.

    Amos, ti sei dimostrato astuto, ma la tua missione non è finita.

    Έιμος, αποδείχθηκες πανούργος, αλλά ακόμα πρέπει να ολοκληρώσεις την αποστολή μας.

  • έξυπνος

    adjective

    Ed è più astuto di quel che pensassi.

    Και είναι πολύ πιο έξυπνος απ'ό, τι νόμιζα.

  • επιτήδειος

    adjective

    Un uomo astuto sa trasformare un rivale in un alleato prezioso.

    Μόνο ένας επιτήδειος γίνεται αντίζηλος ενός πολύτιμου συμμάχου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astuto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astuto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη