Μετάφραση του "atomo" σε Ελληνικά

Το άτομο είναι η μετάφραση του "atomo" σε Ελληνικά.

atomo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτομο

    noun neuter

    struttura nella quale è normalmente organizzata la materia

    Sali di sodio di acidi organici commestibili costituiti da almeno 4 atomi di carbonio.

    Άλατα, με νάτριο, εδώδιμων οργανικών οξέων με 4 άτομα άνθρακα τουλάχιστον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atomo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Atomo

Atomo (fumetto)

+ Προσθήκη

"Atomo" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Atomo στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "atomo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atomo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη