Μετάφραση του "attaccamento" σε Ελληνικά

Οι αφοσίωση, προσκόλληση, συμπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attaccamento" σε Ελληνικά.

attaccamento noun masculine γραμματική

Legame d'affetto per qualcuno o qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφοσίωση

    noun feminine

    Ma il tuo attaccamento per questi animali umani compromette il resto.

    Όμως η αφοσίωση σου σε αυτά τα ανθρώπινα ζώα σε εκθέτει.

  • προσκόλληση

    noun

    Potrebbe essere un transfert in cui il paziente sviluppa un attaccamento patologico verso il terapista.

    Ίσως είναι μεταβίβαση, ως ασθενής είχε παθολογική προσκόλληση στην ψυχολόγο.

  • συμπάθεια

    noun

    attaccamento per

    Non provi alcun affetto o attaccamento per lui?

    Δεν αισθάνεσαι καμια συμπάθεια ή αγάπη για αυτόν;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attaccamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attaccamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attaccamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη