Μετάφραση του "atti" σε Ελληνικά

Το πράξεις είναι η μετάφραση του "atti" σε Ελληνικά.

atti noun masculine γραμματική

Documenti, disposizioni, ordini, decreti, ordinanze, ecc.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πράξεις

    noun

    La Commissione può adottare atti di esecuzione che stabiliscono le norme relative alla forma del disciplinare.

    Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τη μορφή των προδιαγραφών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " atti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "atti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "atti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη