Μετάφραση του "audace" σε Ελληνικά

Οι τολμηρός, θαρραλέος, γενναίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "audace" σε Ελληνικά.

audace adjective masculine γραμματική

Che non può essere scoraggiato o intimidito.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τολμηρός

    adjective masculine

    Noi chiediamo alla Commissione di mostrarsi più audace e di dar prova di una maggiore iniziativa.

    Καλούμε την Επιτροπή να φανεί περισσότερο τολμηρή και να δείξει μεγαλύτερη πρωτοβουλία.

  • θαρραλέος

    adjective masculine

    Le scene sono recitate in modo molto audace e molto realistico sui tetti.

    Οι σκηνές εκτυλίσσονται πολύ θαρραλέα και αληθινά επάνω στις στέγες.

  • γενναίος

    adjective masculine

    Era la bravata di uno che voleva fare un colpo audace.

    Ήταν ένας γενναίος που πλησίασε να ρίξει μια ματιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γενναίο
    • γενναία
    • αναιδής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " audace " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "audace" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη