Μετάφραση του "ausiliare" σε Ελληνικά
Οι βοηθητικός, βοηθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausiliare" σε Ελληνικά.
ausiliare
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
βοηθητικός
adjective masculineLe azioni sono attuate da funzionari permanenti e temporanei, da ausiliari e da esperti nazionali distaccati.
Οι δράσεις εφαρμόζονται από μόνιμους και προσωρινούς υπαλλήλους, βοηθητικούς και αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες.
-
βοηθός
noun m;fGli ausiliari ufficiali fanno parte di un gruppo d'ispezione indipendente sotto l'autorità e responsabilità del veterinario ufficiale.
Οι επίσημοι βοηθοί αποτελούν μέλη μιας ανεξάρτητης ομάδας επιθεώρησης υπό τη δικαιοδοσία και την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausiliare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ausiliare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βοηθητικό ρήμα · βοηθητικό ρήμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη