Μετάφραση του "austriache" σε Ελληνικά

Οι Αυστριακή, Αυστριακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "austriache" σε Ελληνικά.

austriache noun adjective feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυστριακή

    noun feminine

    – per il governo austriaco, dal sig. E.

    – η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E.

  • Αυστριακός

    noun masculine

    Questo austriaco ignorante non aveva letto il libro.

    Γιατί αυτός ο αμαθής Αυστριακός δεν είχε διαβάσει το βιβλίο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " austriache " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "austriache" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σημαία της Αυστρίας
  • Αυστριακή · Αυστριακός · αυστριακή · αυστριακό · αυστριακός
  • Αυστριακή · Αυστριακός · αυστριακός
  • Αυστριακή · Αυστριακός
  • γερμανικά
  • Αυστρία · Δημοκρατία της Αυστρίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "austriache" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη