Μετάφραση του "autocontrollo" σε Ελληνικά
Οι αυτοέλεγχος, αυτοπειθαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autocontrollo" σε Ελληνικά.
autocontrollo
noun
masculine
γραμματική
-
αυτοέλεγχος
noun masculineE qui ottengo eccellente autocontrollo.
Και εμένα μου έτυχε ο υπέρ - αυτοέλεγχος.
-
αυτοπειθαρχία
noun femininePossiamo esercitare autocontrollo e disciplina e allontanare qualsiasi affronto ci venga diretto.20
Μπορούμε να ασκήσουμε αυτοέλεγχο και αυτοπειθαρχία και να αγνοήσουμε οποιαδήποτε προσβολή ή χλεύη εναντίον μας20.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autocontrollo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη