Μετάφραση του "automa" σε Ελληνικά
Οι ρομπότ, αυτόματο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "automa" σε Ελληνικά.
automa
noun
masculine
γραμματική
Macchina o meccanismo auto-funzionante.
-
ρομπότ
noun masculineUno sfigato che non ci sta piu'con la testa e un automa infido.
Ο πρώτος, ένα καμένο ρεμάλι, ο άλλος ένα μουλωχτό ρομπότ.
-
αυτόματο
nounNon la trasformeremo in un automa.
Δεν θα σε μετατρέψουμε σε κάποιου είδους αυτόματο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " automa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "automa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ντετερμινιστικό πεπερασμένο αυτόματο
-
Κυτταρικό αυτόματο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη