Μετάφραση του "autostima" σε Ελληνικά

Το αυτοεκτίμηση είναι η μετάφραση του "autostima" σε Ελληνικά.

autostima noun feminine γραμματική

Sentimenti personali o opinioni su sé stesso.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοεκτίμηση

    noun

    Non riuscire a lasciarla a causa della tua bassa autostima.

    Να μη μπορείς να την αφήσεις, επειδή έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση?

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autostima " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autostima" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη