Μετάφραση του "avaro" σε Ελληνικά
Οι αδηφάγος, φιλάργυρος, τσιγκούνης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avaro" σε Ελληνικά.
avaro
adjective
noun
masculine
γραμματική
Eccessivamente reticente a spendere.
-
αδηφάγος
adjective masculine -
φιλάργυρος
Un vero capitalista è un avaro pronto a sacrificare tutto per questo dovere perverso.
Ένας αληθινός καπιταλιστής είναι ένας φιλάργυρος που είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για αυτό το διεστραμμένο καθήκον.
-
τσιγκούνης
adjective masculineNon sei avaro, ma non sei certo l'ultimo degli spendaccioni.
Δεν είσαι τσιγκούνης, όμως δεν είσαι και κανένας μεγάλος χουβαρντάς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φειδωλός
- τσιγγούνης
- μίζερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avaro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "avaro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Άβαροι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη