Μετάφραση του "avere fame" σε Ελληνικά

Το πεινώ είναι η μετάφραση του "avere fame" σε Ελληνικά.

avere fame

Soffrire di fame, a causa della mancanza dell'assunzione di cibo per un periodo prolungato di tempo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεινώ

    verb

    Lentamente, e non aiuta il fatto che comincio ad avere fame.

    Αργά, και δε βοηθά το ότι αρχίζω να πεινώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avere fame " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "avere fame" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πεινάω · πεινώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avere fame" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη