Μετάφραση του "azione" σε Ελληνικά

Οι δράση, μετοχή, διεργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "azione" σε Ελληνικά.

azione noun feminine γραμματική

Attività atta a provocare una decisione del giudice. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δράση

    noun feminine

    La specificazione degli strumenti finanziati nell'ambito di questa azione deve essere determinata dalla comunità di utilizzatori.

    Οι προδιαγραφές των οργάνων αυτών που θα χρηματοδοτούνται από τη δράση αυτή πρέπει να καθορίζονται από τους χρήστες.

  • μετοχή

    noun feminine

    La riconciliazione deve includere l’effetto individuale di ogni classe di strumenti che influisce sull’utile per azione.

    Η συμφωνία θα περιλαμβάνει τη μεμονωμένη επίδραση κάθε κατηγορίας μέσων που επηρεάζει τα κέρδη ανά μετοχή.

  • διεργασία

    noun feminine

    Il meccanismo di azione di NeuroBloc nel bloccare la conduzione neuromuscolare si articola in tre stadi

    Ο μηχανισμός δράσης του NeuroBloc στον αποκλεισμό της νευρομυϊκής αγωγής συμβαίνει με μια διεργασία τριών βημάτων

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενέργεια
    • πράξη
    • αποφάσεις
    • πράξεις
    • αγωγή
    • κίνηση
    • διαδικασία
    • έγγραφο
    • δικαστική κλήση
    • Μετοχή
    • πάμε
    • εργασία
    • υπόθεση
    • Εκκρεμής εργασία
    • δικαστική αγωγή
    • κοινή χρήση
    • τρόπος παιχνιδιού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " azione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "azione"

Φράσεις παρόμοιες με "azione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "azione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη